Επιχειρηματικά μοντέλα βασιζόμενα στο ΕΛ/ΛΑΚ

Μια από τις πρώτες κατηγοριοποιήσεις των πιθανών επιχειρηματικών μοντέλων ορίστηκε το 2001 κατά τις εργασίες της ομάδας εργασίας για το Ελεύθερο Λογισμικό [DB 00]. Η ταξινόμηση, η οποία είναι σύμφωνη με τις πρόσφατες εξελίξεις στην αγορά έχει ως εξής:

  • Επιχειρήσεις με κεφάλαια προερχόμενα από το εξωτερικό
  • Δημόσια χρηματοδότηση
  • Χρηματοδότηση εξαιτίας “αναγκών βελτίωσης”
  • Έμμεση χρηματοδότηση
  • Εσωτερική ή προερχόμενη από αποταμιεύσεις χρηματοδότηση
  • Βέλτιστη γνώση χωρίς περιορισμούς
  • Βέλτιστη γνώση με περιορισμούς
  • Ειδικές άδειες
  • Μη χρηματοδοτούμενη ανάπτυξη

Επιχειρήσεις με κεφάλαια προερχόμενα από το εξωτερικό

Εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία όμιλοι ή εταιρείες που αναπτύσσουν ΕΛ/ΛΑΚ μέσω πρωτοβουλιών (τουλάχιστον όσον αφορά τη χρηματοδότηση) εξωτερικών φορέων. Συνήθως οι εξωτερικοί φορείς καθορίζουν τους όρους της χρηματοδότησης και την κατεύθυνση των αναπτυξιακών προσπαθειών. Ο αναπτυξιακός οργανισμός ακολουθεί σε περισσότερο ή λιγότερο αυστηρό πλαίσιο τις οδηγίες του εξωτερικού χρηματοδοτικού φορέα. Κατά μία έννοια θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο εξωτερικός φορέας χρηματοδοτεί την ανάπτυξη συγκεκριμένου ΕΛ/ΛΑΚ. Σε αυτήν την κατηγορία είναι δυνατό να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες ανάλογα με το ποιος χρηματοδοτεί το έργο και γιατί. Οι τρεις κατηγορίες είναι: δημόσια χρηματοδότηση, χρηματοδότηση εξαιτίας “αναγκών βελτίωσης” και έμμεση χρηματοδότηση.

Δημόσια χρηματοδότηση

Ομάδες εργασίας ή ανεξάρτητα άτομα λαμβάνουν χρηματοδότηση για την ανάπτυξη λογισμικού, αρχείων τεκμηρίωσης ή για πιλοτική δοκιμή κ.α. Συνήθως ο μόνος περιορισμός που θέτει ο χρηματοδοτικός φορέας είναι ότι το ποσό χρηματοδότησης πρέπει να χρησιμοποιείται για την ολοκλήρωση του έργου. Αυτό αποτελεί κλασική περίπτωση στα μεγάλα επιστημονικά έργα πληροφορικής και η χρηματοδότηση προέρχεται συνήθως από πανεπιστήμια ή από εθνικές επιστημονικές υποτροφίες. Πράγματι, τα περισσότερα μεγάλα έργα στην ραδιοαστρονομία, στην υπολογιστική χημεία και στη βιολογία χρηματοδοτούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Επιπροσθέτως, αρκετές κοινοπραξίες για την ανάπτυξη διαδικτυακών τεχνολογιών και εργαλείων χαρακτηρίζονται από τέτοια χρηματοδοτική δομή. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν προβλέπεται το χρηματοδοτικό ίδρυμα να ανακτήσει την επένδυση ή να επωφεληθεί από αυτήν. Συνήθως, ο σκοπός της χρηματοδότησης παραμένει η προσδοκία κοινωνικής ανάπτυξης.

Χρηματοδότηση εξαιτίας “αναγκών βελτίωσης”

Είναι πιθανό μια εταιρεία ή ένας φορέας να χρειάζεται νέα ή βελτιωμένη έκδοση ενός λογισμικού πακέτου και να χρηματοδοτήσει συμβουλευτική εταιρεία ή κατασκευαστή λογισμικού για να αναλάβει το έργο. Στη συνέχεια το λογισμικό που προκύπτει αναδιανέμεται ως ΕΛ/ΛΑΚ, ώστε να επωφεληθεί από την πλειοψηφία ικανών προγραμματιστών που θα το αποσφαλματώσουν και θα το βελτιώσουν. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα των πλεονεκτημάτων αυτού του μοντέλου αναφέρεται στο άρθρο του Aaari Jaaksi διευθυντή ΕΛ/ΛΑΚ στη ΝΟΚΙΑ, ο οποίος περιγράφει την εμπειρία σχεδίασης των προϊόντων Ν770 και Ν800 τα οποία βασίστηκαν σε Linux. “Το μεγαλύτερο όφελος προήρθε από την χρησιμοποίηση ήδη διαθέσιμων στοιχείων. Χρησιμοποιήσαμε αρκετά στοιχεία και υποσυστήματα ως είχαν, χωρίς τροποποιήσεις. Βελτιώσαμε ορισμένα στοιχεία, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μας. Αυτού του είδους οι βελτιώσεις είναι φτηνότερες από την εξ αρχής δημιουργία της απαιτούμενης λειτουργικότητας. Περίπου τα δύο τρίτα του κώδικα για το ΝΟΚΙΑ 770 διέπονται από άδεια ΕΛ/ΛΑΚ. Αυτά τα στοιχεία μας βοήθησαν να κατασκευάσουμε το λογισμικό φθηνότερα απ’ ό,τι αν είχαμε χρησιμοποιήσει κλειστές και ιδιόκτητες τεχνολογίες” (Jaak 06).

Το ίδιο ισχύει και στο οικοσύστημα Eclipse, ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον ανάπτυξης (Integrated development environment, IDE) το οποίο αρχικά ήταν ΕΛ/ΛΑΚ της ΙΒΜ και του οποίου τη διοίκηση στη συνέχεια ανέλαβε το ίδρυμα Eclipse. Πολλές εταιρείες υιοθέτησαν το Eclipse, ως πρότυπο για δικά τους προϊόντα και κατ’ αυτόν τον τρόπο μείωσαν το συνολικό κόστος δημιουργίας λογισμικού το οποίο κατά κάποιον τρόπο παρέχει λειτουργίες προσανατολισμένες στην ανάπτυξη. Υπάρχει μεγάλος αριθμός εταιρειών, πανεπιστημίων και ατόμων που συμμετέχουν στο οικοσύστημα Eclipse. Για παράδειγμα:

10.jpg

Σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς η ΙΒΜ συνεισφέρει στο 46% του έργου, ενώ η συνεισφορά από μεμονωμένα άτομα φτάνει το 25% και εταιρείες όπως η Oracle, η Borland, η Actuate και άλλες με ποσοστά που κυμαίνονται από 1-7%. Τα ποσοστά αυτά είναι παρόμοια με τα αποτελέσματα που προκύπτουν από αναλύσεις του πυρήνα του Linux και αποδεικνύουν ότι όταν υπάρχει ένα υγιές και μεγάλο οικοσύστημα η διαμοιραζόμενη εργασία μειώνει το βιομηχανικό κόστος σημαντικά. Εκτιμάται [Gosh 06] ότι είναι πιθανό να υπάρξει αποταμίευση στο επίπεδο του 36% στο πλαίσιο της έρευνας και ανάπτυξης λογισμικού μέσω της χρήσης ΕΛ/ΛΑΚ. Αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο ενεργό πεδίο “αγοράς” για το ΕΛ/ΛΑΚ, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των προγραμματιστών χρησιμοποιούν κάποιο λογισμικό ανοιχτού κώδικα μέσα στο δικό τους κώδικα (56% όπως αναφέρεται στο [ED 05]).

Σε μία τουλάχιστον περίπτωση τα οφέλη από τη χρήση ΕΛ/ΛΑΚ στην ανάπτυξη προϊόντος εκτιμήθηκαν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου INES (INES 06). Στο πλαίσιο του παραπάνω έργου διερευνήθηκε η χρήση ΕΛ/ΛΑΚ σε βιομηχανικά συστήματα ελέγχου τα οποία αναπτύχθηκαν από ευρωπαϊκές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και κατέληξαν στον παρακάτω οικονομικό αντίκτυπο:

Οικονομικό όφελος Ποσοστό εταιρειών (%)
Εσωτερικές αναπαραγωγές 100%
Αύξηση κέρδους 100%
Μείωση χρόνου στην αγορά 84%
Μείωση κόστους ανάπτυξης 79%
Μείωση κόστους προϊόντος 79%
Βελτίωση ποιότητας κώδικα 79%
Βελτίωση επαναχρησιμοποίησης σχεδίασης 79%
ROI>200 για περισσότερο από 3 χρόνια 74%
Μείωση αξιοπιστίας προϊόντος 68%

Είναι αξιοσημείωτο ότι εταιρείες που υιοθετούν αυτό το μοντέλο σε πολλές περιπτώσεις συνεισφέρουν στον κώδικα που αναπτύχθηκε ακόμα και αν δεν υποχρεούνται ρητώς από την άδεια του ΕΛ/ΛΑΚ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι εταιρείες καταφέρνουν να μειώνουν το κόστος με την ενσωμάτωση ειδικών βελτιωτικών αρχείων και την επιρροή εξωτερικής βοήθειας.

Έμμεση χρηματοδότηση / Τιμή Προσέλκυσης

Μια εταιρεία αποφασίζει να χρηματοδοτήσει έργα ΕΛ/ΛΑΚ εάν αυτά τα έργα μπορούν να αποτελέσουν σημαντική πηγή εσόδων για σχετικά έργα, τα οποία δεν συνδέονται άμεσα με τον πηγαίο κώδικα ή το λογισμικό. Συχνή περίπτωση αποτελεί η ανάπτυξη λογισμικού που χρησιμοποιείται στο υλικό, για παράδειγμα ανάπτυξη οδηγών λειτουργικού συστήματος για ειδικό υλικό. Πράγματι, πολλοί κατασκευαστές υλικών διανέμουν ήδη δωρεάν οδηγούς λογισμικού. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς διανέμουν τους οδηγούς τους (ειδικά για τον πυρήνα του Linux) ως ΕΛ/ΛΑΚ.

Η τιμή προσέλκυσης αποτελεί παραδοσιακά εμπορικό μοντέλο, γνωστό κι εκτός του χώρου των λογισμικών. Σε αυτό το μοντέλο, αυτοί που το υιοθετούν επενδύουν σε έργο ΕΛ/ΛΑΚ με απώτερο σκοπό να δημιουργήσουν ή να επεκταθούν σε άλλη αγορά υπό διαφορετικές συνθήκες. Για παράδειγμα, οι πωλητές υλικού υπολογιστών επενδύουν στην ανάπτυξη οδηγών λογισμικού για λειτουργικά συστήματα ανοιχτού κώδικα (όπως linux) για να επεκτείνουν αυτή καθ’ εαυτή την αγορά υλικού. Άλλα παραδείγματα σχετίζονται με τη δημιουργία πλατφόρμας ή ειδικού πρωτοκόλλου. Έτσι το έργο Eclipse υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένο στη δημιουργία μεγάλου οικοσυστήματος εργαλείων και έργων που το συμπληρώνουν και το εδραιώνουν. Οι περισσότερες εταιρείες έχουν παραμερίσει τα δικά τους εσωτερικώς δημιουργημένα ολοκληρωμένα περιβάλλοντα ανάπτυξης και χρησιμοποιούν το Eclipse ως βάση για εμπορικά προϊόντα.

Εσωτερική χρήση

Ορισμένα προϊόντα κυκλοφορούν ως χαμηλού κόστους εναλλακτική λύση για συστήματα με καθεστώς ιδιοκτησίας. Σε αυτήν την περίπτωση η εταιρεία ανάπτυξης δεν έχει τουλάχιστον εξ αρχής κάποιο σχέδιο για να λάβει εξωτερικά έσοδα σχετιζόμενα με την αγορά λογισμικού ή παρόμοιων υπηρεσιών. Η εταιρεία σχεδιάζει κάποιο σύστημα επειδή είναι χρήσιμο για αυτήν και στη συνέχεια αποφασίζει να καταστήσει τον κώδικα ελεύθερο και να το διανείμει ευρέως ώστε να επωφεληθεί από την ανάπτυξη του πηγαίου κώδικα. Είναι πιθανό η εταιρεία να λάβει συνεισφορές, βελτιώσεις και διορθώσεις σφαλμάτων από εξωτερικούς προγραμματιστές που έδειξαν ενδιαφέρον για λογισμικό, καθώς και αναφορές σφαλμάτων. Στη συνέχεια είναι πιθανό το προϊόν να γίνει αποδεκτό στην αγορά και ίσως η εταιρεία ανάπτυξης να αποκτήσει και οικονομικά οφέλη από αυτό.

Για παράδειγμα, μία μεγάλη επιχείρηση με χιλιάδες υπολογιστές γραφείου είναι δυνατό να αποφασίσει τη δημιουργία λογισμικού στο εσωτερικό της και να καταστήσει το λογισμικό διαθέσιμο υπό άδεια ΕΛ/ΛΑΚ με απώτερο σκοπό να λάβει τα οφέλη μεγαλύτερου αριθμού προγραμματιστών που ενδεχομένως να ενδιαφερθούν να παράσχουν σχετική βοήθεια. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι πρόσφατες έρευνες αποδεικνύουν ότι το 25% των εταιρειών συνεργάζονται με άλλες εταιρείες στον ίδιο τομέα ανάπτυξης εξειδικευμένου βιομηχανικού ΕΛ/ΛΑΚ [CIO 07].

Βέλτιστη γνώση χωρίς περιορισμούς

Σε αυτό το μοντέλο η εταιρεία εκτελεί έργο ως σύμβουλος επί πληρωμή με συμβάσεις που επιτυγχάνει εξαιτίας του υψηλού επιπέδου γνώσεων των εργαζομένων της. Το μοντέλο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί από οποιαδήποτε εταιρεία, καθώς δεν υφίστανται περιορισμοί που να αποτρέπουν έναν ικανό τεχνικό από το να αποκτήσει αναμφισβήτητα ευρεία εμπειρία στα συστήματα ΕΛ/ΛΑΚ. Επιπλέον αυτό συνεπάγεται ότι οποιαδήποτε εταιρεία χρησιμοποιεί αυτό το μοντέλο εκτίθεται στον κίνδυνο να υπερκεραστεί από κάποια άλλη εάν δεν διατηρεί υψηλό ανταγωνιστικό επίπεδο. Πρόκειται για αμιγώς στηριζόμενα στις υπηρεσίες μοντέλα τα οποία θα αναπτυχθούν περαιτέρω στο ίδιο κεφάλαιο.

Βέλτιστη γνώση με περιορισμούς

Η εταιρεία με στόχο να αποτρέψει τους ανταγωνιστές της από την προσέλκυση πελατών της εισάγει αυστηρούς περιορισμούς στη διαδικασία μετάδοσης της γνώσης μέσω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία δεν απονέμονται απευθείας μέσω της άδειας ΕΛ/ΛΑΚ. Το μοντέλο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί, εάν τεθεί υπό περιοριστικό καθεστώς χρήσης ένα μικρό αλλά ουσιαστικό μέρος του κώδικα το οποίο θεωρείται συνήθως το “μαύρο κουτί” της εφαρμογής ή αν προστεθεί σύνολο στοιχείων που μπορούν να αντιγραφούν αλλά δεν μπορούν να διανεμηθούν και αν προστεθεί στην άδεια χρήσης η υποχρέωση να γίνονται αυτά διαθέσιμα στον τελικό χρήστη (“badgeware”) απαγορεύοντας σε άλλους την κατοχή του κώδικα”.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ενδέχεται να υπάρξει ανάγκη για εξωτερικές μη σχετιζόμενες με τον κώδικα συνθήκες (όπως πιστοποιητικά κώδικα) των οποίων η αναπαραγωγή να είναι ακριβής και οι οποίες να μπορούν να προστεθούν στη διανομή κώδικα με στόχο τη δημιουργία μη μεταβιβάσιμου περιουσιακού στοιχείου. Παραδείγματος χάριν, το έργο CODE*ASTER χαρακτηρίζεται ως πολύπλοκο σύστημα προσομοίωσης και χρησιμοποιείται από την γαλλική επιχείρηση ηλεκτρισμού EDF σε πολύπλοκα συστήματα, όπως πυρηνικές εγκαταστάσεις. Το έργο διατίθεται και με άδεια GPL (General Public License). Επίσης, έχει ελεγχθεί ποιοτικά και έχει πιστοποιηθεί, καθώς έχει λάβει την εθνική πιστοποίηση για χρήση στη σχεδίαση συστημάτων ασφάλειας. Άλλα παραδείγματα αποτελούν τα πιστοποιητικά ασφαλείας όπως το EAL4+ που απέκτησαν πρόσφατα οι πωλητές Linux.

Βέλτιστος κώδικας χωρίς περιορισμούς

Σε αυτό το μοντέλο η εταιρεία αναπτύσσει πηγαίο ανοικτό κώδικα και παρέχει συμβουλές και υπηρεσίες σχετικές με τη συντήρησή του. Το μοντέλο αυτό είναι παρόμοιο με το μοντέλο “Βέλτιστης γνώσης”, αλλά έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα του χρόνου, δεδομένου ότι ένας ανταγωνιστής χρειάζεται μερικούς μήνες για να δημιουργήσει αντίστοιχο κώδικα ή για να καταλάβει το σύνολο των λεπτομερειών του κώδικα άλλου προγραμματιστή. Το γεγονός αυτό δίνει χρονικό πλεονέκτημα στην εταιρεία ή στην ομάδα που δημιούργησε αρχικά το λογισμικό.

Βέλτιστος κώδικας με περιορισμούς/ Άδειες με προθεσμία χρήσης

Ενδιαφέρουσα πρακτική στη χορήγηση άδειας ΕΛ/ΛΑΚ είναι η άδεια χρήσης με προθεσμία όπου η άδεια χρήσης ενός λογισμικού τροποποιείται με το πέρασμα του χρόνου ή μετά από κάποιο γεγονός (π.χ. τη δημοσίευση νέας έκδοσης του κώδικα). Το πρώτο γνωστό παράδειγμα του μοντέλου αυτού είναι ο μεταγλωττιστής postscript Alladin Ghostscript και πρόσφατα ορισμένες εταιρείες παρέχουν ενημερωμένη υπογραφή ασφάλειας στους συνδρομητές τους και θέτουν το λογισμικό υπό δημόσια άδεια μετά από μερικές μέρες. Το μοντέλο αυτό είναι πιο κατάλληλο για λογισμικά ή άλλα υλικά που αλλάζουν συχνά (π.χ. υπογραφές ασφαλείας και ιών) παρά για οποιοδήποτε άλλο λογισμικό, καθώς η παλαιά έκδοση αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη βελτιωμένου προϊόντος το οποίο καθίσταται πιο ανταγωνιστικό απέναντι στο προϊόν με την εμπορική άδεια. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση του Alladin το οποίο ανέπτυξε έναν ανταγωνιστή ΕΛ/ΛΑΚ (GNU Ghostscript) που βασίζεται σε προηγούμενη έκδοση του κώδικα καθώς και σε πολλές βελτιώσεις που συνεισέφεραν προγραμματιστές ΕΛ/ΛΑΚ.

Διττή άδεια

Πρόκειται για μοντέλο που δεν εφαρμόζεται στον εμπορικό χώρο των λογισμικών, αλλά χρησιμοποιείται από εταιρείες που επιθυμούν να ωφεληθούν από εταιρείες που χρησιμοποιούν ή επωφελούνται από “πακέτα” ΕΛ/ΛΑΚ χωρίς τη ρήτρα υποχρέωσης αναδιανομής της άδειας ΕΛ/ΛΑΚ. Για παράδειγμα η βάση δεδομένων MySQL έχει δύο άδειες, μία γενική άδεια χρήσης GPL (για χρήση ΕΛ/ΛΑΚ) και μία εμπορική άδεια. Ο πελάτης που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τη MySQL σε ένα εμπορικό προϊόν χωρίς να διανείμει τον κώδικα πληρώνει την εμπορική άδεια.

Το μοντέλο αυτό χρησιμοποιείται πλέον σε πολλά έργα, καθώς συνδυάζει το παραδοσιακό εμπορικό μοντέλο για το λογισμικό και επιτρέπει την πληρωμή για συνεχόμενη ανάπτυξη. Το μειονέκτημα είναι ότι αυτό το μοντέλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά μόνο για πακέτα κώδικα που πρέπει να συνδεθούν με τον κώδικα για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή επειδή δεν υπάρχει κοινό πρωτόκολλο για ανταλλαγή δεδομένων. Αυτό σημαίνει ότι η διττή άδεια δεν ενδείκνυται για πακέτα εξυπηρετητών αλληλογραφίας που χρησιμοποιούν τυποποιημένα πρωτόκολλα για την επικοινωνία με πελάτες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η διττή άδεια βέβαια απαιτεί την τήρηση ειδικών νομικών και κοινοτικών κανόνων: π.χ. βελτιωτικά πακέτα ή τροποποιήσεις από εξωτερικούς συνεργάτες απαιτούν ρητή αναφορά στο δημιουργό και στις δύο άδειες. Επιπλέον η διαχείριση του κοινού τμήματος της άδειας απαιτεί ακριβή προσδιορισμό των ορίων μεταξύ της εμπορικής και της “ανοικτής” πλευράς του έργου.

Μη χρηματοδοτούμενα έργα

Στην περίπτωση που η δικτύωση είναι αποτελεσματική, δεν υπάρχει ανάγκη χρηματοδότησης, απλά ελάχιστη προσπάθεια για την οργάνωση των εκδόσεων και των βελτιωτικών πακέτων. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν έργα, όπως ο πυρήνας του Linux, οι διανομές GNU/Linux, όπως η Debian, τα λειτουργικά συστήματα που βασίζονται σε BSD, όπως το FreeBSD, το NetBSD, το OpenBSD και η βιβλιοθήκη Mesa OpenGL. Αυτές οι προσπάθειες ξεκίνησαν ως ατομικές ενέργειες ή προσπάθεια μικρών ομάδων και με καλή οργάνωση και εθελοντική εργασία ανέπτυξαν ευρύτερη δικτυακή δομή που συντηρεί τον κώδικα. Ακόμα και με περιορισμένη χρηματοδότηση, οι ατομικές και συλλογικές προσπάθειες υπήρξαν επιτυχημένες και έτσι συνέβη σε εκατοντάδες περιπτώσεις έργων ΕΛ/ΛΑΚ μικρής κλίμακας.

Εξειδικευμένα επιχειρηματικά μοντέλα προσανατολισμένα στις υπηρεσίες

Τα προσανατολισμένα στις υπηρεσίες επιχειρηματικά μοντέλα βασίζονται στην ιδέα της βελτιστοποίησης, δηλαδή της παροχής υπηρεσιών από μια εξειδικευμένη εταιρεία σε συνολική τιμή για τον πελάτη μικρότερη από την τιμή που θα συνεπαγόταν για την εταιρεία εάν το έκανε μόνη της. Ως παράδειγμα των τομέων που υπόκεινται στην ενδεχόμενη βελτιστοποίηση, ακολουθούν τα στάδια υιοθέτησης νέων τεχνολογιών της πληροφορίας και των επικοινωνιών:

  1. επιλογή λογισμικού (εάν χρησιμοποιηθούν έτοιμα στοιχεία)(8)
  2. εγκατάσταση
  3. ενσωμάτωση
  4. πιστοποίηση τεχνικής καταλληλότητας
  5. πιστοποιητικό νομιμότητας
  6. εκπαίδευση
  7. συμβάσεις συντήρησης και υποστήριξης(9)
  8. μετάβαση από το παλαιό στο νέο σύστημα

Όπως γίνεται αντιληπτό μόνο ορισμένες εταιρείες εξειδικεύονται σε ένα ενιαίο μοντέλο. Οι υπόλοιπες επιλέγουν τη σύνθεση όλων αυτών των μοντέλων για την ανάπτυξη πακέτων υπηρεσιών. Παρακάτω παρουσιάζεται συνοπτικά κάθε τμήμα των επιχειρηματικών μοντέλων για να γίνουν αντιληπτές οι προσπάθειες και οι δυσκολίες που είναι εγγενείς σε κάθε στάδιο.

Υποστήριξη επιλογής λογισμικού

Η επιλογή λογισμικού αποτελεί διαδικασία πολλαπλών βημάτων η οποία ξεκινώντας από τις προσδιοριζόμενες ανάγκες και τη γνώση της αγοράς λογισμικού οδηγεί σε επιλογή συνδυασμού πακέτων η οποία ελαχιστοποιεί την ποσότητα του κώδικα που πρέπει να αναπτυχθεί. Η διαδικασία ελαχιστοποίησης είναι περίπλοκη λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τα τεχνικά χαρακτηριστικά του εξεταζόμενου λογισμικού αλλά και την εκτίμηση της “ζωτικότητας” του έργου ΕΛ/ΛΑΚ, την πιθανότητα συνέχισης της ανάπτυξης του και την διαθεσιμότητα συμβούλων, καθώς και αρχείων τεκμηρίωσης.

Η εταιρεία που επιθυμεί να παράσχει αυτού του είδους τις υπηρεσίες χρειάζεται ουσιαστική επένδυση υπό την έννοια της γνώσης των διαφορετικών πακέτων και των εργαλείων που είναι διαθέσιμα. Καθώς ο αριθμός των έργων που ακολουθούν κάποιο επιχειρηματικό μοντέλο υπολογίζεται ότι είναι μεγαλύτερο του 1800, χρειάζεται ουσιαστική προσπάθεια για την παρακολούθηση των νέων ενημερώσεων ή ανακοινώσεων. Η κατάσταση καθίσταται ακόμα πιο πολύπλοκη από το γεγονός ότι τα περισσότερα έργα δεν διαθέτουν ρητό μηχανισμό εμπορικής εκμετάλλευσης που να διαχέει τις πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες του πακέτου λογισμικού, όπως στις εμπορικές εταιρείες λογισμικού. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες που θέλουν να παράσχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες επιλογής λογισμικού πρέπει να αφιερώσουν αρκετή προσπάθεια στην παρακολούθηση δικτυακών τόπων και λιστών ταχυδρομείου και να αποσπάσουν από εκεί πληροφορίες για νέες ενημερώσεις ή πακέτα. Αυτή η προσπάθεια μπορεί να εκτιμηθεί σε μία ανθρωποώρα την ημέρα για περιορισμένα τμήματα (για παράδειγμα, μόνο για Java enterprise middleware) έως και πέντε ανθρωποώρες την ημέρα για πολλά διαφορετικά τμήματα λογισμικού. Η τρέχουσα συμβουλευτική δραστηριότητα είναι αρκετά απλή και συνίσταται σε εις βάθος συνεντεύξεις και αναλύσεις των αναγκών του πελάτη, που ακολουθείται από σύνταξη καταλόγου προτεινόμενων πακέτων. Είναι επίσης δυνατή η εκτίμηση του κόστους ενσωμάτωσης χρησιμοποιώντας στοιχεία από την κοινότητα λογισμικού σχετικά με τα έργα COTS (προκατασκευασμένα προϊόντα).

Υποστήριξη εγκατάστασης

Συνηθισμένη ενέργεια υποστήριξης στο πλαίσιο του ΕΛ/ΛΑΚ αποτελεί η εγκατάσταση. Το γεγονός αυτό είναι απόρροια δύο συνιστωσών: της δυνατότητας συναρμολόγησης του λογισμικού (που επιβάλλει την εγκατάσταση πολλών διαφορετικών στοιχείων για τη δημιουργία λειτουργικού συστήματος) και την έλλειψη εξελιγμένων εγκαταστατών λογισμικού κάτι που είναι σύνηθες στον εμπορικό κόσμο.

Αυτή η κατάσταση όμως αλλάζει εξαιτίας της τυποποίησης των πακέτων του LINUX, η οποία καθιστά μη αναγκαία την εγκατάσταση λογισμικού από μονάδες πηγαίου κώδικα. Η ύπαρξη οδηγών εγκατάστασης που βασίζονται στο RPM (Red Hat package Manager, το οποίο χρησιμοποιείται επίσης από το Novell Suse Linux και το Mandriva Linux) και στο DEB (το οποίο χρησιμοποιείται από το Debian και παράγωγά του, όπως το Ubuntu) σε συνδυασμό με την αύξηση των εξαρτώμενων συστημάτων συντήρησης έχουν μειώσει σημαντικά την πολυπλοκότητα της εγκατάστασης, η οποία πλέον σχετίζεται με τα κατάλληλα αρχεία διαμόρφωσης για την προσαρμογή της εγκατάστασης σε ειδικό περιβάλλον τεχνολογίας της πληροφορίας και των επικοινωνιών.

Υποστήριξη προσαρμογής

Η διαδικασία προσαρμογής αποτελεί βασικό βήμα στη συμβουλευτική που επικεντρώνεται σε ΕΛ/ΛΑΚ. Η προσαρμογή σχετίζεται άμεσα με το στάδιο εξειδικευμένης διαμόρφωσης για την ένταξη στοιχείου ανοιχτού κώδικα σε ήδη υπάρχουσα δομή. Παράλληλα η προσαρμογή σχετίζεται με την παραμετροποίηση του κώδικα που είναι απαραίτητη για την προσθήκη τυχόν ελλειπουσών λειτουργιών ή για τη διόρθωση των ασυμβατοτήτων.

Η προσαρμογή απαιτεί ουσιαστική προσπάθεια για έργα μεγάλης κλίμακας με σχετικά εκτενή παραμετροποίηση του κώδικα ή την εισαγωγή εμπορικών στοιχείων σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή άλλη επιλογή. Αυτή η μεταβλητότητα είναι ο λόγος για την στροφή στα πρότυπα (de facto και de jure) και είναι ο απλούστερος τρόπος για τη μείωση του κόστους διεπαφής μεταξύ των ξεχωριστών στοιχείων του λογισμικού.

Πιστοποίηση τεχνικής καταλληλότητας

Η πιστοποίηση διενεργείται κατ’ εξοχήν από προγραμματιστές και εξωτερικούς συμβούλους και έχει διττή μορφή: πιστοποίησης υιοθέτησης διεθνών προτύπων (π.χ. πρότυπα ασφάλειας ή ποιότητας) και πιστοποίησης ικανότητας για εξειδικευμένο περιβάλλον. Και στις δύο περιπτώσεις η αρχή πιστοποίησης παρέχει διασφάλιση ότι το πακέτο λογισμικού τηρεί το προκαθορισμένο σύνολο κανόνων και υπέχει νομικής ευθύνης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Πιστοποιήσεις με περιορισμένο εύρος, όπως οι πιστοποιήσεις ασφάλειας εντάσσονται στο σκοπό των ΜΜΕ, ενώ η μεγάλης κλίμακας διασφάλιση ποιότητας των στοιχείων είναι δύσκολο να αποκτηθεί εάν το ίδιο το λογισμικό ανοικτού κώδικα δεν έχει εγκαταστημένο μηχανισμό διοίκησης έργου(10).

Οι περισσότεροι διανομείς Linux διενεργούν το τεστ ικανότητας με πολύ απλό τρόπο επιλέγοντας την πλέον κατάλληλη υποψήφια έκδοση ενός πακέτου πηγαίου κώδικα ανάλογα με τον στόχο διανομής (π.χ. στη διανομή της λεγόμενης “έκδοσης γα επιχειρήσεις” χρησιμοποιούνται μόνο σταθερές εκδόσεις, ενώ για διανομές “Bleeding Edge” επιλέγεται η τελευταία ασταθής έκδοση.

Πιστοποίηση νομιμότητας

Πρόκειται για σχετικά πρόσφατο μοντέλο, απόρροια των προβλημάτων που εμφανίσθηκαν από τη μίξη κωδικών με διαφορετικές άδειες και δικαστικών αγωγών(11). Η νομική πιστοποίηση σχετίζεται με τα ακόλουθα πεδία:

  • ορθή χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ και εμπορικές άδειες
  • πιστοποίηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας
  • λοιπά πιστοποιητικά πνευματικής ιδιοκτησίας

Το πρώτο πεδίο αφορά τη σύνδεση και την ορθή χρήση των στοιχείων τα οποία ενδέχεται να διέπονται από διαφορετικές άδειες και περιορισμούς. Ενώ περισσότερο από το 70% του ανοιχτού πηγαίου κώδικα διέπεται από τη γενική άδεια GPL υπάρχουν περισσότερες από 50 άλλες άδειες και ορισμένα θεμελιώδη στοιχεία κυκλοφορούν υπό μη GPL γενική άδεια (ο Apache, ο Mozilla/Firefox ή το ψηφιακό περιβάλλον σχεδίασης Eclipse).

Όταν κάποιος χρησιμοποιεί και ενσωματώνει διαφορετικά στοιχεία είναι βασικό να μπορεί να επαληθεύσει ότι το σύνολο του κώδικα χρησιμοποιείται κατάλληλα και υπεύθυνα. Αυτή η επαλήθευση απαιτεί περισσότερο νομικές παρά τεχνικές ικανότητες και γι’ αυτό το λόγο θεωρείται από την κοινότητα ΕΛ/ΛΑΚ ως στοχευμένο μοντέλο.

Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και πνευματικής ιδιοκτησίας παρέχουν κάποια μορφή εξασφάλισης έναντι διεκδικήσεων τρίτων για πιθανές πατέντες ή άλλου είδους περιεχόμενο που μπορεί να περιλαμβάνει κάποιο έργο ανοιχτού κώδικα.. Όπως συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις ασφάλισης ενδέχεται οι διεκδικήσεις να καταλήξουν σε αγωγές πολλών εκατομμυρίων ευρώ (βλ. προσφάτως την αγωγή αναγνώρισης δικαιώματος ευρεσιτεχνίας της Eolas κατά της Microsoft με αναζήτηση ζημίας πάνω από 500 εκατομμύρια δολάρια).

Εκπαίδευση

Η εκπαίδευση συναντάται συχνά ως επιχειρηματικό μοντέλο καθώς πολλά έργα ΕΛ/ΛΑΚ δεν διαθέτουν επίσημη κατοχυρωμένη εκπαιδευτική διαδικασία, αντίστοιχη με αυτή των εμπορικών εταιρειών. Η εκπαίδευση είναι συνήθως εντατική για το προσωπικό και απαιτεί προσπάθεια για την ανάπτυξη του βασικού εκπαιδευτικού υλικού που θα χρησιμοποιηθεί κατά τα μαθήματα. Σύμφωνα με αντικειμενικές εκτιμήσεις είναι απαραίτητο να επενδυθούν 3 με 8 ώρες προετοιμασίας του εκπαιδευτικού υλικού για κάθε ώρα παρεχόμενης εκπαίδευσης(12).

Η απλότητα του μοντέλου και το γεγονός ότι δεν απαιτείται ανάπτυξη λογισμικού και εξυπακούεται ότι είναι αρκετά εύκολο για εδραιωμένες εταιρείες εκπαίδευσης να εισέλθουν στο πεδίο του ανταγωνισμού για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Παράλληλα, τα μεγαλύτερα έργα ΕΛ/ΛΑΚ περιλαμβάνουν συνήθως εκπαιδευτικά προγράμματα (π.χ. το JBoss, Linux RedHat και Novell/Suse).

Συμβάσεις συντήρησης και υποστήριξης

Υπάρχει συνεχόμενη ανάγκη υποστήριξης και συντήρησης για τα περισσότερα πολύπλοκα συστήματα τόσο όσον αφορά σφάλματα και βελτιώσεις χαρακτηριστικών όσο και για την προσαρμογή του συστήματος στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον της τεχνολογίας της πληροφορικής. Οι συμβάσεις υποστήριξης συνήθως έχουν κάποια χρονική διάρκεια (πιο συχνή είναι η περίοδος σύμβασης ενός έτους με δυνατότητα ανανέωσης) και διακρίνονται σε επίπεδα. Τα επίπεδα είναι τρία και αντιστοιχούν σε “χάλκινο”, “αργυρό” και “χρυσό” επίπεδο παροχής υποστήριξης με διαβάθμιση στο βαθμό εγγύησης της υπηρεσίας. Γα παράδειγμα το χάλκινο επίπεδο συνήθως περιλαμβάνει υποστήριξη βάσει ηλεκτρονικής επικοινωνίας τις εργάσιμες ώρες και πρόσβαση σε βάση γνώσεων. Στο ασημένιο πακέτο περιλαμβάνεται επιπροσθέτως φωνητική υποστήριξη δίνοντας προτεραιότητα σε συμβάντα του χάλκινου επιπέδου, και στο χρυσό πακέτο προστίθεται ζωντανή υποστήριξη 24 ωρών επί επτά ημερών την εβδομάδα(13). Ενώ είναι ευλόγως εύκολο για ΜΜΕ να παρέχουν το βασικό επίπεδο υποστήριξης, οι υπηρεσίες 24/7 ενδεχομένως να απαιτούν μεγαλύτερη βάση στελεχιακού δυναμικού για να εξασφαλιστεί η κάλυψη κάθε δυνατής περίπτωσης. Ένα άλλο μοντέλο που αποκτά ευρεία αποδοχή είναι η απόκτηση κουπονιού που αργότερα χρησιμοποιείται για την υποστήριξη συγκεκριμένων ενεργειών (π.χ. ένα αίτημα υποστήριξης ενδέχεται να απαιτεί ένα κουπόνι, ενώ το αίτημα άμεσης ανάγκης μπορεί να αγοραστεί με τρία κουπόνια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι χρήστες έχουν την ευελιξία να αποφασίσουν με ποιον τρόπο να επωφεληθούν από την προσφορά υποστήριξης χωρίς περιορισμούς.

Εάν ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά των ερωτημάτων για παροχή υποστήριξης γίνεται αντιληπτό ότι τα περισσότερα αιτήματα είναι εύκολο να απαντηθούν ακόμα και από μέτρια ικανούς ανθρώπους (περίπου το 80% αφορά εύκολα ερωτήματα). Το υπόλοιπο 20% των ερωτημάτων συνήθως απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια. Είναι δυνατό μερικές φορές να αναπτυχθεί “πυραμίδα” βοήθειας καθώς μία εταιρεία παρέχει υποστήριξη για το 80% των εύκολων ερωτημάτων και διαβιβάζει τα δύσκολα ερωτήματα σε άλλη πιο εξειδικευμένη εταιρεία. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ικανότητα ορθής κατηγοριοποίησης των ερωτημάτων και απαιτεί την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας υποστήριξης μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Συνήθως αυτό είναι δυνατό μόνο αν υπάρχει μεγάλη πελατειακή βάση και γι’ αυτό είναι χαρακτηριστικό των μεσαίων επιχειρήσεων.

Το μοντέλο υποστήριξης χρησιμοποιείται από πολλές εταιρείες που μετέτρεψαν ένα εμπορικό πακέτο (το οποίο δεν ήταν ιδιαιτέρως επιτυχημένο στην αγορά ή στάθηκε αδύνατο να εκπληρώσει τη δυναμική του) σε πακέτο ανοικτού κώδικα. Ο υποστηρικτικός λόγος είναι ότι οι δημιουργοί του κώδικα είναι οι πλέον ικανοί εμπειρογνώμονες για την τεχνική υποστήριξή του. Το πρώτο διάσημο τέτοιο παράδειγμα υπήρξε η εφαρμογή διακομιστή Zope με πολλά ήδη υφιστάμενα συστήματα (π.χ. OpenCascade, Compiere, Alfresco κ.α.) Είναι αξιοσημείωτο ότι η εξωτερική συνεισφορά συνήθως προέρχεται από εξωτερικούς συνεργάτες ακόμα και στην περίπτωση ειδικών τομέων εφαρμογών όπως το OpenCascade(14).

Υπηρεσίες μετάβασης

Οι υπηρεσίες μετάβασης, παρόμοιες με τις υπηρεσίες ενσωμάτωσης, βασίζονται σε βαθιά γνώση του αρχικού και τελικού τεχνολογικού περιβάλλοντος. Οι περισσότερες υπηρεσίες μετάβασης βασίζονται σε πακέτα λογισμικού που βοηθούν στην αυτοματοποίηση της μετάβασης (για παράδειγμα ρυθμίσεις χρηστών) ή σε προρυθμισμένα πακέτα ΕΛ/ΛΑΚ που αποτελούν εφάμιλλες εναλλακτικές λύσεις αντίστοιχων ιδιόκτητων εφαρμογών. Παραδείγματα αποτελούν τα συστήματα ομαδοποιημένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων ή οι αντικαταστάσεις λειτουργικών συστημάτων επιφάνειας εργασίας. Οι υπηρεσίες μετάβασης πέρα από τη βασική μετάβαση συνήθως απαιτούν ένα συγκεκριμένο στάδιο ενσωμάτωσης, ενώ σε έργα μεγάλης κλίμακας απαιτείται συντονισμός διαφορετικών εταιρειών παρέχοντας συντονισμένες υπηρεσίες (π.χ. εταιρεία που εξειδικεύεται στην προσθήκη τροποποιημένου κώδικα, άλλη εταιρεία που εξειδικεύεται στη μετάβαση υπηρεσιών ταχυδρομείου κ.α.)

Εμπορικό σε ανοιχτό λογισμικό

Ένα από τα πλέον εύκολα μοντέλα για τις εταιρείες λογισμικού είναι η πώληση ενός ιδιόκτητου πακέτου λογισμικού σε ένα πακέτο ανοιχτού λογισμικού. Ενδεχομένως να πρόκειται απλά για ζήτημα λειτουργίας πλατφόρμας (όπως το να τρέχει κανείς εμπορικό πακέτο σε Linux) ή κυκλοφορίας ενός προϊόντος ΕΛ/ΛΑΚ με κάποιο εμπορικό στοιχείο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπως εμπορικά συστήματα βάσεων δεδομένων, χρηματοοικονομικές ή μισθοδοτικές ιδιόκτητες εφαρμογές αλλά και μονάδες σχεδιασμένες για να βελτιώσουν τη χρηστικότητα και την εφαρμοστικότητα του υπάρχοντος ΕΛ/ΛΑΚ.

Αυτό το τελευταίο παράδειγμα αποτελεί έναν από τους κύριους λόγους για χρηματοδότηση έργων ΕΛ/ΛΑΚ και επιτείνει την ανάπτυξη στοιχείων ΕΛ/ΛΑΚ που θα παράσχουν προστιθέμενη αξία που μπορεί να ενδιαφέρει μόνο ένα μέρος της κοινότητας (για παράδειγμα να παράσχει εύκολες στη χρήση διεπαφές σε πολύπλοκα συστήματα). Όπως και στο παράδειγμα της προηγούμενης ενότητας με τις άδειες προθεσμίας χρήσης έτσι και εδώ, εάν το προϊόν αποδειχτεί επιτυχημένο υπάρχει κίνδυνος ανταγωνισμού με προϊόν ΕΛ/ΛΑΚ που σχεδιάστηκε για να καλύψει ακριβώς τις ίδιες ανάγκες.

Κάθε εταιρεία που σχεδιάζει να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο θα πρέπει πρώτα να παρακολουθήσει την εξέλιξη του ΕΛ/ΛΑΚ και κατά κάποιον τρόπο να συμμετάσχει σε αυτό (π.χ. μέσω ενός ενεργού συμμετέχοντα στις ταχυδρομικές λίστες του έργου). Αυτό έχει το διπλό όφελος ότι η επιχείρηση θα αποκτήσει γνώση εκ των έσω της εξέλιξης της πλατφόρμας καθώς και νέων πιθανώς χρήσιμων χαρακτηριστικών και παράλληλα θα καταστεί “καλός πολίτης” του ΕΛ/ΛΑΚ.

Υπηρεσίες διαμεσολάβησης

Οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης είναι σχετικά νέες στην αγορά μοντέλων ΕΛ/ΛΑΚ και βασίζονται στο γεγονός ότι είναι δύσκολο για τις εταιρείες να επικοινωνήσουν με διάσπαρτες κοινότητες όπως αυτές ορισμένων έργων ΕΛ/ΛΑΚ. Οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης παρέχουν ενιαίο σημείο επικοινωνίας το οποίο συλλέγει πληροφορίες από τους προγραμματιστές, τις ταχυδρομικές λίστες και τα φόρουμ και διαβιβάζει τα αιτήματα και τα προγραμματιστικά σφάλματα. Αυτές οι υπηρεσίες είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες όταν η εταιρεία είναι διατεθειμένη να πληρώσει για τις τροποποιήσεις ή τις αλλαγές στον κώδικα αλλά δεν είναι σε θέση να βρει καλή εταιρεία παροχής τεχνικής βοήθειας. Συνήθως οι εταιρείες διαμεσολάβησης προσεγγίζουν οι ίδιες τους προγραμματιστές ή βρίσκουν εταιρείες τεχνικής υποστήριξης με αποδεδειγμένη εμπειρία σε εξειδικευμένα πακέτα. Μετά την ανάπτυξη του λογισμικού οι εταιρείες προσθέτουν πιστοποίηση και ενσωματώνουν στοιχεία με στόχο την παροχή ενιαίου πακέτου στον πελάτη.

Αυτό είναι χρήσιμο ειδικά στην περίπτωση έργων μεγάλης κλίμακας, όπου εμπλέκονται διαφορετικές ομάδες και όπου δεν τίθεται ξεκάθαρα η δυνατότητα επιλογής μεταξύ ανάπτυξης και παροχής υποστήριξης ΕΛ/ΛΑΚ. Στην περίπτωση των μεγάλων έργων (όπως Apache, JBoss κ.α.) υπάρχει συνήθως συνεργασία με μία ή περισσότερες εταιρείες που παρέχουν αυτού του είδους τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης.

Υπηρεσίες Ανάπτυξης κατά παραγγελία (εξατομικευμένος προγραμματισμός)

Η παροχή εξατομικευμένης ανάπτυξης κατά παραγγελία αποτελεί εφαρμογή παραδοσιακού μοντέλου, καθώς πρόκειται για την παροχή κώδικα κατά παραγγελία σε έργο ανοιχτού κώδικα. Συνήθως υπάρχει εξατομικευμένη προσέγγιση σε κάθε έργο ή κατηγορία έργων (π.χ. ανάπτυξη οδηγών συσκευών ή συστήματα J2EE βασισμένα σε ανοιχτό κώδικα). Η εταιρεία που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει αυτό το μοντέλο πρέπει να προσθέσει το παραδοσιακό μοντέλο στη δραστηριότητα που σχετίζεται με την εξέλιξη και την παρακολούθηση του έργου κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν που περιγράφεται στο προηγούμενο μοντέλο (Εμπορικό σε Ανοικτό Λογισμικό).

Αξιολόγηση της χρήσης των επιχειρηματικών μοντέλων ΕΛ/ΛΑΚ

Με στόχο την αξιολόγηση των επιχειρηματικών μοντέλων που υιοθετήθηκαν από τις εταιρείες ΕΛ/ΛΑΚ καταρτίστηκε λίστα 120 εταιρειών χρησιμοποιώντας ως πηγή δημοφιλείς ιστοσελίδες ενημέρωσης για τον ανοιχτό κώδικα(15). Μετά από επεξεργασία του καταλόγου των εταιρειών δεν συμπεριελήφθησαν εταιρείες που στην πράξη δεν υιοθετούν ΕΛ/ΛΑΚ υπό την ευρεία έννοια του όρου. Ειδικότερα παρελήφθησαν από τη λίστα εταιρείες που επιτρέπουν την πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα μόνο σε μη επιχειρηματικούς χρήστες ή δεν επιτρέπουν την αναδιανομή του κώδικα. Περαιτέρω παρελήφθησαν από τη λίστα εταιρείες για τις οποίες δεν υπήρχε πληροφόρηση ή εταιρείες για τις οποίες δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί πλήρως κάποιο προϊόν ή υπηρεσία.

Μια από τις εταιρείες που συμπεριελήφθηκε στη λίστα (Sourceforge του OSTG Group) δεν αποτελεί αυτή καθ’ εαυτή εταιρεία ΕΛ/ΛΑΚ(16) αλλά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα βοηθητικού μοντέλου, καθώς στο δικτυακό τόπο της φιλοξενεί περισσότερα από 100.000 έργα ανοιχτού κώδικα και παρέχει υποστηρικτικές υπηρεσίες, όπως λίστες ταχυδρομείου, εκδόσεις πηγαίου κώδικα συστημάτων και διανομές αρχείων. Επίσης εταιρείες που είχαν μεν σημαντική συνεισφορά σε ΕΛ/ΛΑΚ, αλλά ο κύριος πυρήνας του επιχειρηματικού τους μοντέλου δεν αφορά ΕΛ/ΛΑΚ, δεν περιελήφθησαν στη λίστα(17).

Επιλέχτηκε αρχικά σύνολο μεταβλητών που περιελάμβανε: επιλογή αδειών χρήσης, προσφερόμενα προϊόντα (εάν πρόκειται για παροχή ενιαίας ή πολλαπλής έκδοσης του λογισμικού) παρεχόμενες υπηρεσίες (διακρίνονται σε υποστήριξη εγκατάστασης, ενσωμάτωση, εκπαίδευση, συμβουλευτική, νομική και τεχνική πιστοποίηση), τύπος συμβάσεων (συνδρομή, άδεια χρήσης ή κατά περίπτωση) και έγγραφα καταμέτρησης. Επιπροσθέτως, ανακτήθηκαν πληροφορίες από τους διαδικτυακούς χώρους των εταιρειών προκειμένου να βρεθούν αναφορές για τα επιχειρηματικά μοντέλα που υιοθετήθηκαν και για την επίδραση που αυτά είχαν εν γένει στις δραστηριότητες της επιχείρησης. Χρησιμοποιήθηκαν λίστες ταχυδρομείου και μηχανές αναζήτησης για να εντοπιστούν οι σχέσεις των εταιρειών με την κοινότητα ελεύθερου λογισμικού και για να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχει εξωτερική υποστήριξη σε αυτές με τη μορφή ιστοσελίδων, wikis και βάσεων γνώσεων.

Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν καταγράφηκαν σε πίνακες παραλείποντας τις μη σημαντικές μεταβλητές. Για παράδειγμα ομαδοποιήθηκε σε μία κατηγορία μεταβλητής η εγκατάσταση/εκπαίδευση/υποστήριξη/συμβουλευτική, καθώς αποδείχθηκε ότι υπό αυτή τη μορφή αποτελεί προσφορά παρεχόμενης υπηρεσίας στις περισσότερες εταιρείες. Οι σημαντικές μεταβλητές που παρέμειναν είναι η παραγωγή κύριου εσόδου (η υπηρεσία ή η σύμβαση που επιφέρει το κύριο έσοδο στην επιχείρηση) και ο τύπος άδειας χρήσης. Η πρώτη μεταβλητή υποδιαιρείται σε υπηρεσίες επιλογής (εύρεση κατάλληλου ΕΛ/ΛΑΚ ανάλογα με τις ανάγκες), εγγραφή (περιοδική/ανανεώσιμη άδεια χρήσης) και παροδική άδεια χρήσης. Ο τύπος άδειας χρήσης προκύπτει από το πρόγραμμα αδειών χρήσης της εταιρείας και εξαρτάται από το εάν οι υπηρεσίες της εταιρείας καλύπτουν ενιαίο προϊόν ΕΛ/ΛΑΚ ή σύνολο προϊόντων.

Η διενέργεια απλής ανάλυσης ανά ομάδες στα αποτελέσματα οδηγεί στην ταυτοποίηση 6 κυρίων μοντέλων και μιας υπολειπόμενης ομάδας:

Οι έξι κύριες ομάδες έχουν ως εξής:

11.jpg

  • Διττή άδεια χρήσης: Ο ίδιος κώδικας λογισμικού διανέμεται υπό άδεια γενικής χρήσης τύπου GPL(18) και εμπορική άδεια. Αυτό το μοντέλο χρησιμοποιείται κυρίως από παραγωγούς εργαλείων και λογισμικού ανάπτυξης και λειτουργεί χάρη στην ισχυρή ικανότητα διασύνδεσης που παρέχει η άδεια χρήσης GPL, η οποία απαιτεί οι συνδεόμενες παράγωγες εργασίες με το λογισμικό να καλύπτονται με την ίδια άδεια. Οι εταιρείες που δεν επιθυμούν να κυκλοφορήσουν το λογισμικό τους υπό την άδεια GPL μπορούν να αγοράσουν εμπορική άδεια η οποία κατά μία έννοια αποτελεί εξαίρεση στη ρήτρα απαγόρευσης. Όσοι πρεσβεύουν την εφαρμογή της αρχής της ελευθερίας του λόγου στο ανοικτό λογισμικό θεωρούν ότι η διττή άδεια αποτελεί ιδανικό συμβιβασμό, καθώς επιτρέπει σε όσους διέπονται από την άδεια GPL να λαμβάνουν το λογισμικό ελεύθερα και ταυτόχρονα επιτρέπει σε όσους θέλουν να διατηρηθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κώδικα να επωφελούνται από την εμπορική άδεια. Το μειονέκτημα της διττής άδειας είναι ότι οι εξωτερικοί συντελεστές πρέπει να αποδεχτούν το ίδιο καθεστώς αδείας και αυτό φαίνεται να οδηγεί στη μείωση του αριθμού των εξωτερικών συνεισφορών-συντελεστών. Το γεγονός αυτό οδηγεί στη μείωση διορθώσεων προγραμματιστικών σφαλμάτων και προσθηκών.
  • Διαχωρισμός ΕΛ/ΛΑΚ-εμπορικών προϊόντων: Αυτό το μοντέλο κάνει διαχωρισμό ανάμεσα στη βασική έκδοση ΕΛ/ΛΑΚ και την εμπορική και βασίζεται στο ελεύθερο λογισμικό με την προσθήκη ορισμένων ιδιόκτητων τμημάτων. Οι περισσότερες εταιρείες αποκτούν ως άδεια τη Mozilla Public Licence, καθώς επιτρέπει ρητώς αυτή τη συνδυαστική μορφή και τη μεγαλύτερη συμμετοχή από εξωτερικούς συνεργάτες, καθώς δεν απαιτεί αποδοχή της διττής άδειας. Το μοντέλο παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι το προϊόν ΕΛ/ΛΑΚ πρέπει να είναι αρκετά ενδιαφέρον για να προσελκύσει τους χρήστες αλλά παράλληλα δεν θα πρέπει να είναι πλήρως ολοκληρωμένο για να μην αποτρέπει τον ανταγωνισμό με το εμπορικό προϊόν. Πρόκειται για ισορροπία που είναι δύσκολο να επιτευχθεί και να διατηρηθεί με το πέρασμα του χρόνου. Επίσης, εάν πρόκειται για λογισμικό με ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι προγραμματιστές ίσως να προσπαθήσουν να ολοκληρώσουν την ελλείπουσα λειτουργικότητα σε εντελώς ανοιχτό πηγαίο κώδικα μειώνοντας κατά συνέπεια την ελκυστικότητα της εμπορικής έκδοσης.
  • “Badgeware” : Το μοντέλο αυτό αποτελεί επέκταση περιορισμού προηγούμενου τύπου άδειας(19). Ο τύπος αυτός βασίζεται συνήθως στη γενική άδεια χρήσης Mozilla Public Licence με την προσθήκη του “περιορισμού ορατότητας”, τη μη απομάκρυνση των ορατών σημάτων ή στοιχείων από τη διεπαφή του χρήστη. Αυτό επιτρέπει στην εταιρεία να αυξήσει την προστασία του σήματος και στους πρώτους δημιουργούς να χαίρουν αναγνώρισης ακόμα και αν το λογισμικό μεταπωλείται μέσω ανεξάρτητων μεταπωλητών.
  • Ειδικοί στην παροχή εξειδικευμένων προϊόντων: Πρόκειται για εταιρείες που δημιούργησαν ή διατήρησαν εξειδικευμένο λογισμικό και χρησιμοποιούν άδεια χρήσης ΕΛ/ΛΑΚ για τη διανομή του. Τα κυριότερά τους έσοδα προέρχονται από υπηρεσίες όπως εκπαίδευση και συμβουλευτική (η κατηγορία ITSC) και ακολουθούν το πρότυπο “best code here” και “best knowledge here” της αρχικής ταξινόμησης EUWG (DB00). Το μοντέλο αυτό αυξάνει την κοινή παραδοχή ότι οι καλύτεροι γνώστες ενός λογισμικού είναι οι σχεδιαστές του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι εταιρείες που δημιούργησαν το λογισμικό μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες με ελάχιστη προσπάθεια μάρκετινγκ υιοθετώντας την ελεύθερη αναδιανομή του κώδικα. Το μειονέκτημα του μοντέλου είναι ότι θέτει περιορισμένα εμπόδια εισόδου πιθανών ανταγωνιστών καθώς η μόνη επένδυση που απαιτείται αφορά την απόκτηση εξειδικευμένων ικανοτήτων και εμπειρίας στο ίδιο το λογισμικό.
  • Πάροχοι πλατφόρμας: Το μοντέλο αυτό αφορά εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες επιλογής, υποστήριξης, ενσωμάτωσης και υπηρεσίες σε σύνολα προϊόντων τα οποία συλλογικά αποτελούν δοκιμασμένη και πιστοποιημένη πλατφόρμα. Υπό αυτή την έννοια ακόμα και οι διανομές Linux χαρακτηρίζονται ως πλατφόρμες. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διανομές αυτές τίθενται σε κυκλοφορία κατά ένα μεγάλο μέρος με αμιγώς άδειες ΕΛ/ΛΑΚ, ώστε να επιτευχθεί αφενός μεγαλύτερη συνεισφορά από εξωτερικούς συνεργάτες και αφετέρου μεγαλύτερη προστασία του εμπορικού σήματος για την πρόληψη εξωτερικής αντιγραφής, αλλά όχι κλωνοποίησης (της αφαίρεσης δηλαδή κατοχυρωμένου υλικού, όπως λογότυπα και εμπορικά σήματα για τη δημιουργία νέου προϊόντος)(20). Σε αυτό το μοντέλο η κύρια προσθήκη αξίας λαμβάνει τη μορφή διασφάλισης ποιότητας, σταθερότητας και αξιοπιστίας και εξασφάλισης παροχής υποστήριξης για σημαντικές επιχειρηματικές εφαρμογές.
  • Υπηρεσίες επιλογής και συμβουλευτικής: Σε αυτή την κατηγορία οι εταιρείες δεν είναι αυστηρά δημιουργοί αλλά παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες επιλογής/αξιολόγησης σε ευρύ φάσμα προϊόντων κατά τρόπο που να προσεγγίζουν το ρόλο του αναλυτή. Οι εταιρείες αυτές έχουν μικρό αντίκτυπο στην κοινότητα ΕΛ/ΛΑΚ, καθώς τα αποτελέσματα και η διαδικασία της αξιολόγησης συνήθως αποτελούν ιδιόκτητα περιουσιακά στοιχεία.

Ο αριθμός των λοιπών εταιρειών που δεν κατηγοριοποιούνται είναι πολύ μικρός για να επιτρέψει την εξαγωγή συμπερασμάτων, αλλά φαίνεται σε αγορές παλαιότερων εποχών να υπάρχουν μη στερεότυπα επιχειρηματικά μοντέλα. Για παράδειγμα το ίδρυμα Mozilla λαμβάνει σημαντικό ποσό χρημάτων (το οποίο υπολογίζεται σε 72 εκ. δολάριο\α για το 2006) βάσει συμφωνίας συνεργασίας με τη μηχανή αναζήτησης Google, ενώ η SourceForge/OSTG λαμβάνει την πλειονότητα των εσόδων της από πωλήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου που πραγματοποιούνται μέσω του θυγατρικού δικτυακού τόπου ThinkGeek. Σύμφωνα με την ταξινόμηση EUWG αυτές οι περιπτώσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ως περιπτώσεις “δημόσιας χρηματοδότησης” και “άμεσης χρηματοδότησης” [DB00].

Παρατηρείται μεταβλητότητα στην υιοθέτηση επιχειρηματικών μοντέλων και εξυπακούεται ότι οι εταιρείες τροποποιούν το συνδυασμό μοντέλων που ακολουθούν με το πέρασμα του χρόνου. Σημειώνεται ως γενική παρατήρηση ότι μοντέλα που επιτρέπουν μεγαλύτερη βιομηχανοποίηση (όπως η παροχή πλατφόρμας) τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι τα μοντέλα που είναι προσανατολισμένα στις υπηρεσίες, τα οποία είναι πιο ανθρωποκεντρικά. Σε μία πρόσφατη έρευνα της ομάδας 451 αποδεικνύεται ότι το 70% των εταιρειών ελεύθερου λογισμικού που εξετάστηκαν ακολουθούσαν κατ’ ελάχιστο κάποιο μοντέλο παροχής υπηρεσιών, αλλά αυτό το μοντέλο αντιπροσώπευε μόνο το 8% των εσόδων τους.

Το γεγονός ότι το ανοικτό λογισμικό αποτελεί υπό μία έννοια μη ανταγωνιστικό προϊόν διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των εταιρειών τόσο όσον αφορά την αύξηση της γεωγραφικής τους βάσης όσο και την προσέλκυση συμβολαίων μεγάλης κλίμακας που απαιτούν πολλαπλές ικανότητες. Εντός μικρότερων εταιρειών εντοπίστηκαν τρία κύρια είδη στρατηγικών συνεργασίας: γεωγραφική (το ίδιο προϊόν ή υπηρεσία, σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές), κάθετη (μεταξύ προϊόντων) ή οριζόντια (μεταξύ δραστηριοτήτων) συνεργασία . Η γεωγραφική συνεργασία είναι απλούστερη και τείνει να επικεντρώνεται στην παροχή υπηρεσιών. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Zope Europe Association η οποία συνενώνει πολλούς παρόχους υπηρεσιών με εξειδίκευση στα προϊόντα Zope και Plone. Η κάθετη συνεργασία ακολουθείται από εταιρείες που παρέχουν ολοκληρωμένο σύνολο δραστηριοτήτων σε ένα ή περισσότερα πακέτα. Οι πωλητές με προϊόντα που αλληλεπικαλύπτονται συνεργάζονται μέσω ενιαίας προσφοράς (πχ λειτουργικά συστήματα και συνεργατικά εργαλεία) η οποία ενδεχομένως να αποτελεί πιο ενδιαφέρουσα και ολοκληρωμένη προσφορά για το επιλεγόμενο τμήμα από τον πελάτη.

12.jpg

Η οριζόντια εξειδίκευση διευκολύνει τη δημιουργία εξειδικευμένων συλλογικών υπηρεσιών που παρέχονται ως ενιαία δραστηριότητα σε ένα μεγάλο συνήθως αριθμό πακέτων. Η συνεργασία επιτρέπει τη δημιουργία ολοκληρωμένου πακέτου υπηρεσιών μαζί με πολλαπλές προσφορές λογισμικού όπου κάθε εταιρεία εξειδικεύεται σε μία δραστηριότητα, όπως εκπαίδευση ή υποστήριξη.

13.jpg



8. Υπάρχει επιπρόσθετο πρώτο βήμα, η εξακρίβωση των αναγκών, η οποία δεν αφορά αυτό καθεαυτό το λογισμικό ανοιχτού κώδικα, αλλά εντάσσεται στις αρμοδιότητες του προσωπικού της τεχνολογία της πληροφορίας και των επικοινωνιών της εταιρείας ή της διοίκησης που είναι επιφορτισμένη με τη μετάβαση από το παλαιό στο νέο σύστημα. Γιαυτόν το λόγο δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο σταδίων.

9. Keen, P. “Managing the economics of information capital” : η συντήρηση ανέρχεται σε ποσοστό 40% ανά έτος για πέντε έτη κατά μέσο όρο από το αρχικό κόστος του λογισμικού

10. Για παράδειγμα, το ανοιχτού κώδικα πακέτο προσομοίωσης CODE ASTER της γαλλικής EDF (γαλλική επιχείρηση ηλεκτρισμού) πιστοποιείται ως κατάλληλο για χρήση στην προσομοίωση και τον σχεδιασμό πυρηνικών εγκαταστάσεων. Επίσης, το AdaCore περιβάλλον ADA (βασισμένο σε στοιχεία ανοιχτού κώδικα) χρησιμοποιείται σε περιβάλλοντα υψηλής διαθεσιμότητας με την πιστοποίηση DO-178B.

11. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες αγωγές αφορούν ελάχιστα τις άδειες ανοιχτού λογισμικού και ότι η αβεβαιότητα προκαλείται από τις εμπορικές εταιρείες που νιώθουν ότι το ανοιχτό λογισμικό απειλεί το μερίδιό τους στην αγορά.

12. Η μεταβλητότητα οφείλεται στην πολυπλοκότητα του μαθήματος και στην εξειδικευμένη γνώση που μεταδίδεται.

13. Αυτή η διάκριση έχει ληφθεί από συμβάσεις τεχνικής υποστήριξης παρόχων υποστηρικτικών υπηρεσιών πληροφορικής και υπάρχει και ενδεχόμενη διαφοροποίηση στη διαβάθμιση π.χ. 4 επίπεδα αντί για 3 ή διαφορετικό είδος εκπαιδευτικού υλικού από,τι η βάση γνώσης.

14. Σημειώνεται ότι το 20% της “αξίας” του πακέτου OpenCascade έχει εισφερθεί από εξωτερικούς συνεργάτες και προγραμματιστές, τόσο όσον αφορά τον κώδικα και τα αρχεία τεκμηρίωσης όσο και το πρωταρχικό υλικό. Αυτό το ποσοστό απαντάται και σε άλλα έργα όπως το JBoss.

15. Μεταξύ άλλων: FreshMeat, Slashdot.org, OSNews, LinuxToday, NewsForge και σελίδες Blogg αφιερωμένες σε επιχειρηματικά μοντέλα ΕΛΛΑΚ όπως Roberto Galoppini, Matt Asay, Fabrizio Capobianco. Επιπρόσθετη πληροφόρηση αναζητήθηκε στις μηχανές αναζήτησης Google.

16. Ο πρωταρχικός κώδικας για το περιβάλλον συλλογικής ανάπτυξης SourceForge ήταν ανοιχτός κώδικας και εξαιτίας της μετατροπής της άδειας εμφανίστηκαν αρκετά υποσκέλη όπως το Gforge. 17. Σε αυτή την περίπτωση εντάσσονται οι ΙΒΜ, ΗΡ και Sun, οι οποίες επιδεικνύουν σημαντική συνεισφορά στο ΕΛΛΑΚ, αλλά για τις οποίες το ΕΛΛΑΚ αποτελεί ένα επιχειρηματικό τμήμα εισροής εσόδων παράλληλα με το υλικό, υπηρεσίες πληροφορικής κ.α.

18. Εξαίρεση αποτελεί το MuleSource το οποίο χρησιμοποιεί άδεια χρήσης MPL+Attribution παρόμοια με την άδεια “badgeware” που περιγράφεται ανωτέρω. Όπως αναφέρει και ο Διευθύνων Σύμβουλος της MuleSource “εάν χρησιμοποιείς Mule στο λογισμικό σου προϊόν και το πουλήσεις στο εμπόριο, είσαι υποχρεωμένος είτε να προβείς σε συμφωνία άδειας χρήσης μαζί μας είτε να τηρείς σε περίοπτη θέση το λογότυπο “powered by Mule”. Πάντως στην κοινότητα και μεταξύ των ειδικών έχει τεθεί το ζήτημα εάν οι άδειες τύπου “badgeware” είναι πράγματι ανοιχτό λογισμικό. Μερικές από αυτές τις άδειες έχουν υποβληθεί για αξιολόγηση στο Open Source Initiative και τουλάχιστον μία έγινε αποδεκτή.

19.Η αρχική BSD άδεια εισήγαγε το “αίτημα διαφήμισης”, σύμφωνα με το οποίο ο χρήστης της άδειας όφειλε να τηρεί το σχετικό διαφημιστικό χαρακτηριστικό ή να χρησιμοποιεί στο λογισμικό τη φράση: “Το προϊόν περιλαμβάνει λογισμικό σχεδιασμένο από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια Μπέρκλει και τους συνεργάτες”.

20. Παραδείγματα κλώνων του RedHat είναι το CentOs και το Oracle Linux

 
ellak/επιχειρηματικά_μοντέλα_ασιζόμενα_στο_ελλακ.txt (145 views) · Τελευταία τροποποίηση: 2014/04/03 17:26
 
Recent changes RSS feed Creative Commons License Donate Valid XHTML 1.0 Valid CSS Driven by DokuWiki